Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Ο Lou Reed βάδισε στην άγρια πλευρά

O Lou Reed, συνθέτης και κιθαρίστας με που συνετέλεσε όσο λίγοι στη διαμόρφωση της ροκ μουσικής τα τελευταία 50 χρόνια, πέθανε σήμερα σε ηλικία 71 ετών. Ακολουθούν δυο λόγια γι' αυτόν, μερικά τραγούδια του, ένα βιογραφικό κι ένα παλιότερο δημοσίευμα.




«Οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, τρελαίνονται να μιλήσουν, τρελαίνονται να σωθούν, που ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα, αυτοί που ποτέ δε χασμουριούνται ή λένε έστω και μία κοινοτοπία, αλλά που καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους,κι όσοι τους βλέπουν κάνουν: Αααα!!!! με θαυμασμό».
Τζακ Κέρουακ, Στο δρόμο


Τι είναι το ροκ; Η απάντηση θα ήταν πολύ δύσκολη ακόμα και αν επρόκειτο μόνο για ένα είδος μουσικής. Δεν μπορείς να ορίσεις μια μουσική ως ένα ήχο «που σού προκαλεί ανατριχίλα στην σπονδυλική στήλη, σε καλεί να βγεις από το σπίτι σου το Σάββατο το βράδυ και να μη ζήσεις ποτές σαν τους γονείς σου». Έτσι κι αλλιώς, το ροκ είναι κάτι παραπάνω, μια στάση απέναντι στα πράγματα, μια επιθυμία χειραφέτησης που ο χρονικός ορίζοντας εκπλήρωσής της είναι το τώρα. Μια μουσική, μια στάση ζωής για αυτούς που είναι ή αισθάνονται νέοι και νιώθουν την επείγουσα ανάγκη να δουν τη ζωή αλλιώς, να βαδίσουν στην άγρια πλευρά της, την πλευρά που τους κρύβουν επιμελώς στο σπίτι και το σχολείο… Το πιο σωστό βέβαια είναι όταν αναφερόμαστε στο ροκ να χρησιμοποιούμε παρατατικό ή αόριστο γιατί το ροκ ήταν κάποτε όλα αυτά. Τώρα είναι προϊόν από τη γραμμή παραγωγής της μουσικής βιομηχανίας.

Από τη στιγμή που είναι δύσκολο να δώσεις τον ορισμό, μάλλον πρέπει να καταφύγεις στο παράδειγμα. Ο Lou Reed, που πέθανε χτες σε ηλικία 71 ετών, ήταν ένα από τα 4-5 ονόματα που σου ‘ρχονταν στο νου όταν θα ήθελες να δώσεις ένα παράδειγμα του τι είναι ροκ. Όχι ένας ροκ καλλιτέχνης, αλλά ένας ροκ τύπος.

Ο Lou Reed αποτέλεσε έξοχο παράδειγμα του τι είναι ροκ, όχι μόνο γιατί έγραψε σπουδαία ροκ τραγούδια, τραγούδια που προκάλεσαν δονήσεις στα πάρτι κι ηλεκτροπληξία σε όσους τα άκουγαν ανυποψίαστοι σε γουόκμαν από κασέτες TDK. Πιο σημαντικό ίσως από την καλλιτεχνική εμβέλειά του ήταν ότι τραγούδησε για τους αόρατους των μητροπόλεων, τους νέους που ψάχνονται σε υπόγειες διαδρομές, τα αγόρια που πουλάνε το κορμί τους, τους εθισμένους στην ηρωίνη, τους μποέμ καλλιτέχνες. Ο Lou Reed ήταν ο βάρδος αυτής της κρυφής άγριας πλευράς του δυτικού καπιταλισμού. Η τεράστια καλλιτεχνική κι εμπορική επιτυχία με την οποία ανταμείφθηκε στην πορεία, απέδειξε ότι το «περιθώριο» δεν είναι τελικά τόσο μειοψηφική ιστορία, ότι εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται ή αισθάνονται ότι βρίσκονται στην μπάντα ενός συστήματος που λειτουργεί ως μηχανή που παράγει συνεχώς χρήμα, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τους ανθρώπους.


 Take a walk on the wild side

Είπαμε ότι η επιτυχία ήρθε στην πορεία. Γιατί ο πρώτος δίσκος των Velvet Underground, στους οποίους ο Reed ήταν κεντρικό πρόσωπο, δεν πούλησε τίποτα, όντας με τον τραχύ ήχο και την απλότητα του σαν την άγρια μύγα μες στο ψυχεδελικό γάλα του 1967. Αυτός όμως ο δίσκος, με την μπανάνα του Andy Warhol στο εξώφυλλο, προδιέγραψε την πορεία που ακολούθησε το ροκ τις επόμενες δεκαετίες. Ο Προυστ έχει γράψει ότι ένα αριστούργημα δημιουργεί την ευαισθησία που είναι απαραίτητη για να γίνει κατανοητό. Καλλιτέχνες σαν τον Lou Reed και τον John Cale των Velvet Underground άνοιξαν τον δρόμο για μια ευαισθησία που ανήγαγε το ροκ σε έκφραση της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, χωρίς να πάψει να είναι ποτέ ο ήχος των μητροπόλεων και των νεανικών μαζών τους.


Ροκ πρωτοπόρος λοιπόν ο Lou Reed, που μας άφησε στα 71 του, σήμερα Κυριακή 27 του Οκτώβρη, χωρίς να προλάβει να γεράσει. Πρόλαβε όμως να βαδίσει στην άγρια πλευρά.





επίσημη σελίδα για τον Λου Ριντ στο Facebook






 Το βιογραφικό του από την ελληνική Wikipedia:

Γεννήθηκε από οικογένεια Εβραίων στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης και μεγάλωσε στο Φρίπορτ του Λονγκ Άιλαντ. Ο ίδιος έλεγε ότι το όνομά του είναι Λιούις Άλεν Φέρμπανκ αλλά το πραγματικό του όνομα είναι Λιούις Άλεν Ραμπίνοβιτς.

Όντας ακόμη νεαρός, έκανε πραγματικότητα το όνειρό του, μαθαίνοντας να παίζει κιθάρα, ενώ άρχισε να συμμετέχει σε σχολικές ροκ μπάντες. Σύντομα έκανε και την πρώτη του ηχογράφηση σε στιλ ριδμ εντ μπλουζ με το συγκρότημα The Shades.

Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών (Syracuse University) όπου ο ποιητής και καθηγητής του Ντέλμορ Σβαρτς τον ενθάρρυνε στην πορεία του και τον βοήθησε όσον αφορά τη χρήση της αγγλικής γλώσσας. Αργότερα ο Ριντ απότισε φόρο τιμής σε αυτόν τον μέντορά του με το τραγούδι "My House", με αναφορές στον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις. Εκεί, επίσης, αναπτύχθηκε το ενδιαφέρον του για την φρι τζαζ (free jazz) και την πειραματική μουσική (experimental). Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ποίηση της γενιάς μπιτ και για την πρόζα του Μπάροουζ.
 

Μετά την αποφοίτησή του το 1964, έπιασε δουλειά ως συνθέτης στη δισκογραφική εταιρία Pickwick Records. Την επόμενη χρονιά δημιούργησε μαζί με τον Ουαλό αβανγκάρντ βιολιστή συνάδελφό του, Τζον Κέιλ, το συγκρότημα The Primitives, το οποίο μετεξελίχθηκε τελικά στους The Velvet Underground. Ενώ η σύνθεση του συγκροτήματος δεν υπήρξε σταθερή (ο Κέιλ το εγκατέλειψε το 1968, ο Ριντ το 1970) και δεν ήταν εμπορικά βιώσιμο, αποτέλεσε ένα από τα underground συγκροτήματα με την μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία της ροκ. Αποτελούνταν από τον Λου Ριντ, τον Τζον Κέιλ, τον Στέρλινγκ Μόρισον και την Μορίν Τάκερ. Εκείνη την περίοδο γράφτηκαν τα τραγούδια "Heroin" και "I'm Waiting for my Man", τραγούδια που μοιάζουν να σκιαγραφούν τα έργα του Μπάροουζ.



Η συνάντησή τους με τον Άντι Γουόρχολ ήταν καθοριστική καθώς απογείωσε τη φήμη τους. Ο Πάπας της Ποπ υπήρξε ο μάνατζέρ τους, ο οποίος διοργάνωσε τις περιοδείες του γκρουπ σε όλη την Αμερική και τον Καναδά, αποσπώντας εντυπωσιακές κριτικές. Ο Γουόρχολ επέμεινε στην προσθήκη ενός ακόμη μέλους, της Γερμανίδας πρώην μοντέλου Νίκο[1]. Η αντίρρηση του Ριντ και των υπολοίπων καταγράφηκε στο ντεμπούτο άλμπουμ τους The Velvet Underground and Nico το 1967. Αναφέρεται επίσης ότι συχνά στις συναυλίες ο Ριντ και ο Κέιλ έπαιζαν σκόπιμα πάνω από τη φωνή της Νίκο, ή χαμήλωναν την ένταση του καναλιού της την ώρα που τραγουδούσε.


Αρχείο:VU 66promophoto.jpg
Το συγκρότημα The Velvet Underground και η Νίκο το 1966. Με τη φορά του ρολογιού από κάτω αριστερά: Νίκο, Λου Ριντ, Στέρλιγκ Μόρισον, Τζον Κέιλ, Μορίν Τάκερ
Στα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν, οι Velvet Underground κυκλοφόρησαν ισάριθμους δίσκους. Έως τότε, τα αγαπημένα θέματα του Ριντ ήταν η κακόφημη γειτονιά του, τα ναρκωτικά και ο θάνατος. Μέχρι την ηχογράφηση του δίσκου του White Light/White Heat, η Νίκο είχε απομακρυνθεί και ο Γουόρχολ είχε απολυθεί, ενώ στη θέση του μάνατζερ προσλήφθηκε ο Στιβ Σεσνίκ. Το 1970 εμφανίστηκε το γνωστό τραγούδι "Sweet Jane"[2] στο δίσκο Loaded των Velvet Underground, το οποίο γνώρισε διάφορες επανεκτελέσεις. Η εκτέλεσή του από τους Cowboy Junkies έγινε μέρος του σάουντρακ της ταινίας "Natural Born Killers" (Γεννημένοι Δολοφόνοι) του Όλιβερ Στόουν.

Σόλο Καριέρα

Το 1970 ο Ριντ αποχώρησε από το συγκρότημα και ακολούθησε σόλο καριέρα, ενώ ταυτόχρονα μετακόμισε στο Λονδίνο. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ντέιβιντ Μπάουι, ο οποίος μαζί με τον Μικ Ρόνσον ανέλαβε την παραγωγή στο πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, με τίτλο Transformer το 1972. Αυτός ο γκλαμ ροκ (glam rock) δίσκος περιλαμβάνει το γνωστότερο ίσως τραγούδι του Ριντ, το "Walk on the Wild Side"[3], το οποίο περιγράφει τους κοινωνικά απροσάρμοστους (misfits), τους εκπορνευόμενους άντρες (male hustlers) και τους τραβεστί στο Factory του Αντι Γιούρχολ. Αυτός ο δίσκος περιλαμβάνει επίσης τα τραγούδια "Perfect Day", "Vicious" και "Satellite of Love".

Το τραγούδι "Perfect Day" εμφανίστηκε σε μια εκτέλεση με έγχορδα του Μικ Ρόνσον η οποία εγκωμιάστηκε από τον Ριντ στο επεισόδιο Transformer της σειράς του BBC "Classic Albums" (Κλασικά Άλμπουμ). Το τραγούδι αυτό περιλήφθηκε αργότερα στο σάουντρακ της ταινίας Trainspotting και ακούγεται στην σκηνή της ταινίας όπου ο πρωταγωνιστής Μαρκ Ρέντον έχει κάνει υπερβολική χρήση ηρωϊνης. Το τραγούδι αυτό έχει επίσης μεταγραφεί στα ελληνικά και έχει γίνει η μουσική του εκτέλεση από τον Διονύση Σαββόπουλο, στο δίσκο του Το Ξενοδοχείο το 1997

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Λου Ριντ διατήρησε το καταθλιπτικό στιλ του, γεγονός που απογοήτευσε μέρος του κοινού του. Το αποκορύφωμα τη αποτυχίας του θεωρίται το άλμπουμ Metal Machine Music. Στα μέσα της δεκαετίας του '80 αποφάσισε να κάνει μία στροφή, αρχίζοντας να γράφει πιο ρυθμικά και αισιόδοξα τραγούδια. Το άλμπουμ The Bells συγκρίθηκε από τους κριτικούς με τα κλασικά Astral Weeks του Βαν Μόρισον και Exile on Main Street των Rolling Stones, καθώς συνεργάστηκε σε αυτό και ο τζαζίστας Ντον Τσέρι. Το 1993 ξαναβρέθηκε για τελευταία φορά με τα υπόλοιπα μέλη των Velvet Underground για μία ευρωπαϊκή περιοδεία.

Το 1980 παντρεύτηκε τη Σίλβια Μοράλες με την οποία χώρισε μια δεκαετία αργότερα. Ο Ριντ έδειξε ενδιαφέρον για τα πολιτικά ζητήματα το 1986 όταν συμμετείχε στην περιοδεία της Διεθνούς Αμνηστίας A Conspiracy of Hope Tour. Στο άλμπουμ του New York το 1989, αποδοκίμασε το έγκλημα, τα υψηλά ενοίκια, τον πολιτευόμενο ιεροκήρυκα Τζέσε Τζάκσον, τον Γενικό Γραμματέα του Ο.Η.Ε. Κουρτ Βάλντχαϊμ ακόμη και τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β'. Επίσης, συνδεόταν φιλικά με τον Τσέχο αντιφρονούντα συγγραφέα και πολιτικό Βάτσλαβ Χάβελ.

Μετά το θάνατο του Γουόρχολ στη διάρκεια μιας εγχείρισης το 1987, ο Ριντ συνεργάστηκε με τον Τζον Κέιλ το 1990 στο μινιμαλιστικό άλμπουμ Songs for Drella (Τραγούδια για την Ντρέλα, "Drella" από τον συνδυασμό των λέξεων "Dracula" [Δράκουλας] και "Cinderella" [Σταχτοπούτα], ένα παρατσούκλι του Γουόρχολ).





Η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίστηκε από τρία άλμπουμ —με θεωρoύμενο ως καλύτερο το Magic and Loss—, κάποιες ζωντανές εμφανίσεις, την ερωτική του φιλία με την Λόρι Άντερσον, την ενασχόλησή του με τη φωτογραφία και μια επίμονη μελέτη των έργων του Άλαν Πόε. Το 1996 το συγκρότημα Velvet Underground καταχωρήθηκε στο Rock and Roll Hall of Fame.

Η δεκαετία του 2000 ξεκίνησε για τον Ριντ με το επιτυχημένο άλμπουμ Ecstasy και τρία χρόνια αργότερα επανήλθε στο προσκήνιο με το The Raven, στο οποίο συμμετείχαν θρύλοι όπως ο Ορνέτ Κόλμαν, οι Blind Boys of Alabama, οι ηθοποιοί Στιβ Μπουσέμι, Ντάνιελ Νταφόε, Λόρι Άντερσον και ο ταχύτατα ανερχόμενος Άντονι. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε μια ανθολογία από το σύνολο το έργου του με τον τίτλο Lou Reed: New York Man, ενώ το 2004 κυκλοφόρησε το διπλό live άλμπουμ με τίτλο Animal Serenade δίνοντας έτσι ένα ισχυρό «παρών!» στην ροκ εντ ρολ σκηνή.

Απεβίωσε στις 27 Οκτωβρίου 2013, με την αιτία θανάτου να μην έχει ανακοινωθεί. Ωστόσο ο Ριντ είχε υποστεί μεταμόσχευση ήπατος τον Μάιο του 2013.[5]

Δισκογραφία

1972 Lou Reed
1972 Transformer
1973 Berlin
1974 Rock'n'Roll Animal
1974 Sally Can't Dance
1975 Lou Reed Live
1975 Metal Machine Music
1975 Coney Island Baby
1976 Rock And Roll Heart
1977 Walk On The Wild Side
1978 Street Hassle
1978 Take No Prisoners
1979 The Bells
1980 Growing Up In Public
1980 Rock'n'Roll Diary
1982 The Blue Mask
1982 Legendary Hearts
1984 New Sensations
1984 Live In Italy
1986 Mistrial
1989 New York
1990 Songs For Drella
1993 Magic And Loss
1996 Set The Twilight Reeling
1998 Perfect Night Live In London
2000 Ecstasy
2003 The Raven
2003 NYC Man
2004 Animal Serenade




Ενδεικτικά δημοσιεύματα:


Ένα δημοσίευμα για την ιστορία των Velvet Underground, του γκρουπ του Λου Ριντ, τον Ιανουάριο του 2013, στην επέτειο των 45 χρόνων από την έκδοση του ιστορικού τους άλμπουμ «The Velvet Underground & Nico» με το πασίγνωστο εξώφυλλο:


File:Velvet Underground and Nico.jpg


Μια «Μπανάνα» σαρανταπεντάρι

Ενας σπουδαστής φιλολογίας, ο Λου Ριντ, και ένας μουσικός με κλασική παιδεία, ο Τζον Κέιλ, ενώθηκαν κάτω από την μπαγκέτα του Αντι Γουόρχολ στη Νέα Υόρκη του 1967 και ηχογράφησαν ένα δίσκο που αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την ανεξάρτητη ροκ σκηνή, ενώ ηχεί ακόμα και σήμερα το ίδιο πρωτοποριακός.

Το αποδεικνύει και η επανέκδοσή του με έξι cd που μόλις κυκλοφόρησε.

«Ο πιο επικίνδυνος δίσκος του 1967». Με αυτόν το χαρακτηρισμό υποδέχθηκε ο Τύπος της εποχής την κυκλοφορία του «The Velvet Underground & Nico» σαρανταπέντε χρόνια πριν. Και δεν ήταν υπερβολικός. Σε μια εποχή που το λάιφσταϊλ των χίπις ήταν ο κανόνας στη ροκ σκηνή, το επιθετικό, ωμό ροκ των Velvet Underground, των τεσσάρων Νεοϋορκέζων, διηγιόταν ιστορίες για τα ναρκωτικά, τα «βαποράκια», τους διαστροφικούς έρωτες στην άγρια πλευρά του Μανχάταν. Οπότε, ακόμα και ο μέντοράς τους, ο Αντι Γουόρχολ, δεν κατάφερε να τους επιβάλει ως πρωτοπορία στη μουσική σκηνή.

Η ιστορία αυτού του δίσκου, που τώρα πια θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς για τη ροκ, ξεκινάει τον Απρίλιο του 1966. Με δανεικά 3.000 δολάρια από τον Γουόρχολ, ο Λου Ριντ, ο Τζον Κέιλ, ο Στέρλινγκ Μόρισον και η Μόριν Τάκερ, μπήκαν για τέσσερις ημέρες στο στούντιο Scepter του Μανχάταν και ηχογράφησαν τα έντεκα τραγούδια του δίσκου. Ο Γουόρχολ επέβαλε και την προστατευόμενή του, τη Γερμανίδα Νίκο, ως ερμηνεύτρια σε τέσσερα τραγούδια και υπέγραψε ως παραγωγός. Σύμφωνα όμως με τον Ριντ, η παρέμβασή του περιορίστηκε σε κραυγές ενθουσιασμού στο στούντιο χωρίς καμία συνεισφορά στον ήχο. Αντίθετα, καθοριστική ήταν η απόφασή του να ζωγραφίσει την μπανάνα στο εξώφυλλο του δίσκου, που έμεινε κλασική. Και να δείξει έτσι ότι σε αντίθεση με το πολύχρωμο σύμπαν των ψυχεδελικών εξωφύλλων, εδώ κρυβόταν μια ανατρεπτική χειρονομία για τη μουσική σκηνή.



Οταν κυκλοφόρησε ο δίσκος, οι Velvet Underground είχαν ήδη μια ιστορία τεσσάρων χρόνων πίσω τους. Ξεκίνησε όταν ο Λου Ριντ, σπουδαστής φιλολογίας και θαυμαστής του Ουίλιαμ Μπάροουζ και του Αλεν Γκίνσμπεργκ, συνάντησε τον Τζον Κέιλ, Ουαλλό με κλασική παιδεία στο πιάνο και τη βιόλα, που είχε μετοικήσει στη Νέα Υόρκη για να μελετήσει το μινιμαλισμό. Ο Στέρλινγκ Μόρισον, συμφοιτητής του Ριντ, πρόσθεσε το μπάσο και την κιθάρα και στο συγκρότημα μπήκε και η Μο Τάκερ, αδερφή ενός φίλου του Μόρισον. Οσο για το όνομα του συγκροτήματος, ήταν παρμένο από τον τίτλο ενός βιβλίου που ένας φίλος του Ριντ το βρήκε πεταμένο στο δρόμο. Ηταν μια σκανδαλοθηρική έρευνα του δημοσιογράφου Μάικλ Λι, που υποτίθεται ότι αποτελούσε ντοκουμέντο γύρω από τις σεξουαλικές διαστροφές που έκρυβαν οι αμερικανικές μητροπόλεις.

Οταν τους άκουσε ο διορατικός Γουόρχολ, τους επέβαλε αρχικά στο κοινό του δικού του κλαμπ, του φημισμένου Factory, γνωστού για τις καινοτόμες προτάσεις. Ο δίσκος, όμως, ήταν άλλη ιστορία. Αρχικά καμιά δισκογραφική, όση τόλμη και αν διέθετε, δεν επιθυμούσε να συνδέσει το όνομά της με τραγούδια όπως το «Heroin», που ήταν ένας ξεκάθαρος ύμνος στην ηρωίνη. Ούτε καταλάβαιναν πώς ένα ροκ συγκρότημα διέθετε έναν τύπο που έπαιζε τόσο κακόφωνη βιόλα.

Τελικά, ο δίσκος κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά, από τη Verve, που ειδικευόταν στην τζαζ. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί αρνούνταν να παίξουν τα τραγούδια του. Και οι ελάχιστες πωλήσεις οφείλονταν περισσότερο στο εξώφυλλο, που ήταν έργο τέχνης υπογεγραμμένο από έναν σημαντικό μοντέρνο καλλιτέχνη, παρά στη μουσική.

Αυτήν τη διαδρομή του ντεμπούτου των Velvet Underground απεικονίζει και η νέα έκδοση του δίσκου, με αφορμή τη συμπλήρωση σαρανταπέντε χρόνων από την πρώτη κυκλοφορία. Είναι ένα σετ από έξι cd που περιλαμβάνει πέρα από τον κλασικό δίσκο και τις διαφορετικές ηχογραφήσεις στο στούντιο, δύο ζωντανά ηχογραφημένες συναυλίες στο Κολόμπους του Οχάιο το 1966 και το «Chelsea Girl», τον πρώτο δίσκο της Νίκο, όπου οι ενορχηστρώσεις είχαν ανατεθεί στους Velvet Undergound.

Οσο για την επίδραση του δίσκου, αρκεί η φράση του Μπράιαν Ινο, μέλους των Roxy Music, όπως τη διατύπωσε το 1982. «Πούλησαν τα πρώτα χρόνια μόνο τριάντα χιλιάδες αντίτυπα, μηδαμινό νούμερο σε σχέση με τις πωλήσεις των ροκ κολοσσών», είχε επισημάνει. «Ομως, όποιος αγόρασε αυτόν το δίσκο, ένιωσε την ανάγκη να φτιάξει το δικό του γκρουπ».
(του Δημ. Αναστασόπουλου, από την Ελευθεροτυπία της 13/10/13)
- See more at: http://left.gr/news/o-lou-reed-vadise-stin-agria-pleyra#sthash.KLOeOEOO.dpuf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου