Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Το μεγάλο “Όχι” – Κ. Βάρναλης

Του Νίκου Σαραντάκου
Μια και σήμερα είναι 28 Οκτωβρίου, σκέφτηκα να βάλω ένα επετειακό άρθρο, γραμμένο όμως όχι τώρα αλλά τότε, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Βέβαια, κατά σύμπτωση, ο συγγραφέας του άρθρου είναι ο Κώστας Βάρναλης, στον οποίο αναφερθήκαμε και στο χτεσινό μας φιλολογικό άρθρο -αλλά χτες είχαμε τον Βάρναλη τον ποιητή, ενώ σήμερα τον δημοσιογράφο. Πράγματι, μετά την απόλυσή του το 1926 από τη μέση εκπαίδευση (στα Μαρασλειακά), ο Βάρναλης άρχισε για βιοπορισμό να γράφει σε εφημερίδες και να συνεργάζεται με λεξικά. Στην εφημερίδα Πρωία πήγε το 1937 (πρωτύτερα δούλευε στο λεξικό της). Λόγω της δικτατορίας του Μεταξά, τα άρθρα του Βάρναλη στην Πρωία, αν και ξεχώριζαν για το ύφος τους, δημοσιεύονταν αρχικά ανυπόγραφα και στη συνέχεια με Α-Ω.



Όταν το 1939 πέθανε ο Γ. Σερούιος, που έγραφε το χρονογράφημα, ο Βάρναλης ανέλαβε να γράφει εκείνος το καθημερινό χρονογράφημα, που είχε τον γενικό τίτλο “Τέχνη και ζωή” -και το υπέγραφε ΤκΖ. Κατά περίεργη σύμπτωση, από το χρονογράφημα της 27ης Οκτωβρίου 1940, μια μέρα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, άρχισε να υπογράφει με το πραγματικό του όνομα!

Το χρονογράφημα του Βάρναλη που θα δούμε σήμερα με μια πρώτη ματιά δεν διαφέρει πολύ από τα εκατοντάδες άλλα που γράφτηκαν σε κάθε λογής έντυπα εκείνες τις μέρες για να εμψυχώσουν τον λαό στην πολεμική προσπάθεια. Ωστόσο, υπάρχουν διαφορές και όχι μόνο στις λογοτεχνικές αναφορές σε Καβάφη (σήμερα κυκλοφορεί στα τρόλεϊ, αλλά τότε δεν ήταν καθόλου συχνό φαινόμενο να παρατίθενται στίχοι του σε άρθρα) και Σολωμό (και μάλιστα σε ένα όχι πολύ γνωστό έργο του που σχετικά πρόσφατα είχε δει το φως της δημοσιότητας). Θα προσέξατε επίσης ότι ο Βάρναλης αποφεύγει να παινέψει τον δικτάτορα Μεταξά, αναγνωρίζοντας μόνο ότι είπε το Όχι “εν ονόματι του λαού”, και μάλιστα μην κατονομάζοντάς τον: ο κ. Πρόεδρος. Ένα ενδιαφέρον στο χρονογράφημα του, επίσης, είναι ότι εξετάζει τι θα γινόταν αν η Ελλάδα επέλεγε να αποφύγει τον πόλεμο. Βέβαια, το εξετάζει παραθέτοντας έναν μύθο, αλλά οι αναγνώστες του, που θυμούνταν οι περισσότεροι τι είχε συμβεί στον Πρώτο Πόλεμο (όταν η ουδέτερη Ελλάδα είχε χάσει τον έλεγχο σχεδόν της μισής επικράτειάς της και στο τέλος ακόμα και οι ευνοούμενοι από αυτή την ουδετερότητα, οι Κεντρικές δυνάμεις, εισέβαλαν στα εδάφη της) ήξεραν τι εννοούσε. Βέβαια, τα σενάρια εναλλακτικής ιστορίας δεν μπορούν να δοκιμαστούν ποτέ, αλλά και η δική μου πεποίθηση είναι ότι, και να συμφωνούσε με το ιταλικό τελεσίγραφο η Ελλάδα δεν θα απέφευγε την υποδούλωση και τον διαμελισμό -μάλιστα, τον διαμελισμό δεν θα τον απέφευγε ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που θα κατέβαινε στον πόλεμο με τη μεριά του Άξονα.

Στο χρονογράφημα ο Βάρναλης σχολιάζει ειρωνικά τις καυχησιολογίες κάποιου κ. Γκάυντα, που σήμερα είναι ξεχασμένος. Το 1940 όμως ο Virgilio Gayda ήταν πασίγνωστος αρθρογράφος, που εξέφραζε πιστά τις θέσεις του Μουσολίνι και του φασιστικού κόμματος, ένα είδος Ιταλού Γκέμπελς. Το συγκεκριμένο άρθρο που παραθέτει ο Βάρναλης (στο οποίο ο Γκάυντα μνημονεύει τις Θερμοπύλες) είχε γραφτεί δυο βδομάδες περίπου μετά τον τορπιλισμό της Έλλης τον Δεκαπενταύγουστο του 1940.

Αλλά πολλά έγραψα εγώ, ας δούμε το άρθρο του Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πρωία στις 22 Δεκεμβρίου 1940. Έχω μεταφέρει την ορθογραφία στα σημερινά.


Το μεγάλο «όχι»!
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο Όχι
να πούνε…
Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
«όχι» θα ξαναέλεγε.

Είναι στίχοι από ένα παλιό ποίημα του πιο ιδιότυπου και πιο διανοητικού ποιητή μας, του αλεξανδρινού Κ. Καβάφη. Πολύ καλά συνέλαβε και πολύ τεχνικά διατύπωσε με την επιγραμματική συντομία του ύφους του το εσωτερικό δράμα, που συμβαίνει σε μερικούς ανθρώπους, όταν πρόκειται να πάρουν τη μεγάλη υπεύθυνη απόφαση ζωής ή θανάτου. Αλλ’ αυτό το τραγικό δίλημμα δεν «έρχεται» μονάχα σε «μερικούς» ανθρώπους. Έρχεται σχεδόν σε όλους, και πιο συχνά σ’ ολάκερους λαούς.


Έτσι στον ελληνικό λαό εδώ και πολλούς μήνες είχε προβληθεί το μέγα δίλημμα ή να πει «ναι» στους εκβιασμούς της μουσολινικής Ιταλίας και στο τελευταίο της κυνικό τελεσίγραφο και να παραδοθεί χωρίς αντίσταση ή να πει το αντρίκιο «όχι» και να σηκώσει τ’ άρματά του να υπερασπίσει την ελευθερία του.

Το «όχι» αυτό το είπε εν ονόματι του ελληνικού λαού ο κ. Πρόεδρος, Κι όλος ο λαός φώναξε μαζί του χίλιες φορές αυτό το όχι. Και πρόταξε τα στήθη του για να φράξει το δρόμο στον επίβουλο εχθρό. Κι από τη στιγμή εκείνη όλη η Ελλάδα μεταμορφώθηκε. Η μικρή αυτή χώρα, που την περιφρονούσε ο Τσιάνο και τη θεωρούσε ζήτημα ενός περιπάτου, και την κορόιδευε ο Γκάυντα εθάμπωσε τον κόσμο με τον ηρωισμό της και με την περιφρόνηση των κινδύνων, που έδειξε ίσαμε σήμερα. Κι εξευτέλισε τη μεγάλη Ιταλία, που εσάρωνε με την υλική της δύναμη όλα τα μικρά κι ανυπεράσπιστα έθνη, που βρεθήκανε στο ιμπεριαλιστικό της ξάπλωμα, γιατί ήταν ανοργάνωτα.

Τα παθήματα των μικρών αυτών λαών γενήκανε μαθήματα στην Ελλάδα. Είδε τι τραβήξανε οι Αβησσυνοί, οι Άραβες της Λιβύης και οι Αρβανίτες. Κι ήξερε τι θα είχε να τραβήξει αν εδείλιαζε και δεχότανε να παραχωρήσει «μερικά» στρατηγικά σημεία του εδάφους της. Θα πάθαινε ό,τι ο αφελής χωριάτης έπαθε από μιαν γκαμήλα. Η γκαμήλα τον παρακάλεσε να την αφήσει να βάλει το κεφάλι της μονάχα μέσα στο καλύβι, γιατί κρύωνε. Ο χωριάτης βρέθηκε μπόσικος και την άφησε να βάλει το κεφάλι της. Κι η γκαμήλα σιγά σιγά έβαλε και το ένα μπροστινό της πόδι. Ο χωριάτης μαζώχτηκε λιγάκι να της αφήσει τόπο. Ύστερα η γκαμήλα έβαλε και το άλλο της πόδι. Ο χωριάτης μαζώχτηκε περισσότερο. Στο τέλος η γκαμήλα μπήκε ολάκερη μέσα και στρογγυλοκάθισε. Φυσικά ο χωριάτης δε χωρούσε πια και βγήκε έξω! Αυτόν τον μύθο προσπάθησε να εφαρμόσει εις βάρος της μικρής Ελλάδος με το τελεσίγραφό της η μεγάλη Ιταλία. Αλλά δεν έπιασε.

Στο ότι ενίκησαν οι Έλληνες δεν οφείλεται στην αριθμητική ή την ποσοτική υπεροχή τους. Οφείλεται στην ηθική υπεροχή τους. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Έλληνες πολεμώντας «υπέρ βωμών και εστιών» ενίκησαν πολυπληθέστερους εχθρούς. Και δεν είναι η πρώτη φορά που η νίκη των Ελλήνων είναι νίκη ολόκληρης της Ανθρωπότητας, είναι νίκη του πολιτισμού. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη βαρβαρότητα από την επιβολή της δύναμης του ισχυροτέρου σε λαούς ελεύθερους και πιο πολιτισμένους. «Ο μικρός κύκλος μέσα εις τον οποίον κινιέται η πολιορκημένη πόλη (το Μεσολόγγι) ξεσκεπάζει εις την ατμόσφαιρά του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας και τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητας», λέγει στους «Στοχασμούς» του ο Σολωμός.

Ύστερα από το ρεζιλίκι της Ιταλίας στα βουνά της Αλβανίας, ο περίφημος Γκάυντα, που κορόιδευε την Ελλάδα στην «Εφημερίδα της Ιταλίας», γιατί θυμότανε τη δόξα και τα κατορθώματα των μεγάλων προγόνων της για να παραδειγματίζεται, άρχισε να τρίβει τα μάτια του, άμα είδε πως οι απόγονοι ήσαν αντάξιοι μιας τόσο μοναδικής στον κόσμο ηθικής και πνευματικής κληρονομίας. Και νά τι έγραφε λίγους μήνες πρωτύτερα ο Γκάυντα: «Και εάν θέλει να επεκτείνει (η Ελλάς) εις τα 1940 την ένδοξον ανάμνησιν των Θερμοπυλών και των ακοντίων των, οφείλομεν να της υπομνήσομεν ότι ο πόλεμος σήμερον διεξάγεται και νικάται μάλλον με άρματα μάχης, με αεροπλάνα και μεγάλα πυροβόλα».

Απ’ όλα αυτά είχε η Ιταλία. Αλλά δεν είχε ηθικό εξοπλισμό. Είχε άρματα μάχης, αεροπλάνα και μεγάλα πυροβόλα, αλλά δεν είχε δίκιο. Οι Έλληνες δεν χρησιμοποιήσανε τα ακόντια των Θερμοπυλών, όμως χρησιμοποιήσανε ένα άλλο επίσης «αναχρονιστικό και απάνθρωπο όπλο», την ξιφολόγχη, που επανέφερε στον πόλεμο τον παράγοντα της προσωπικής ανδρείας. Και ανδρεία έχουν μονάχα οι ελεύθεροι λαοί ενώ οι αδικητές λαοί έχουν θράσος μονάχα.

Στο ίδιο άρθρο του ο Γκάυντα συνεχίζει ως εξής τις φοβέρες του: «Εις την πολεμικήν αυτήν την ανωφελή (των ελληνικών εφημερίδων) δεν θα έπρεπε να λείπουν το μέτρον και η ισορροπία, των οποίων η Ελλάς καυχάται ότι από τριών χιλιετηρίδων είναι ο θεματοφύλαξ.

Αποδείχτηκε όμως πως η Ελλάδα είχε αυτές τις δυο αρετές και στα λόγια της και στις πράξεις της. Ήτανε πραγματικά ο «θεματοφύλαξ» αυτών των δυο μεγάλων αρετών. Χάρις στις αρετές αυτές, που δεν τις είχανε οι καυχησιολογίες, οι φοβέρες και οι δολοφονικές επιθέσεις των Ιταλών ηγετών, η Ελλάδα δεν βρέθηκε απροετοίμαστη και είπε με πίστη το μεγάλο «Όχι» –το «μολών λαβέ» των προγόνων. Και δεν μετάνιωσε.

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ


Πηγή: sarantakos.wordpress.com







1947.Βάρναλης για την 28η Οκτωβρίου: “Κι όμως ετούτοι γιορτάζουνε το “αλβανικό έπος”. Και πάλι χωρίς το λαό. Και πάλι με φράχτη γύρω τους τα όπλα -για να τους φυλάνε όταν πηγαίνουν στην τελετή– να φυλάνε από το λαό τους εχθρούς του λαού”

 



1947. Ο Βάρναλης για την 28η Οκτωβρίου στον “Ρίζο της Δευτέρας”, με διευθυντή τον Γλέζο.

 
“Κι όμως ετούτοι γιορτάζουνε το “αλβανικό έπος”. Και πάλι χωρίς το λαό. Και πάλι με φράχτη γύρω τους τα όπλα -για να τους φυλάνε όταν πηγαίνουν στην τελετή– να φυλάνε από το λαό τους εχθρούς του λαού”


Το παρακάτω χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη δημοσιεύτηκε στο “Ρίζο της Δευτέρας”, το δευτεριάτικο φύλλο του Ριζοσπάστη στις 27 Οκτωβρίου 1947.

Θυμίζουμε ότι οι αρχές απαγόρευσαν την έκδοση Ριζοσπάστη στις 18 Οκτώβρη του 1947, το δευτεριάτικο όμως φύλλο συνέχισε την έκδοσή του ως “εβδομαδιαία δημοκρατική εφημερίδα του λαού- Πολιτική, Οικονομική, Φιλολογική και Σατιρική”, με διευθυντή και υπεύθυνο έκδοσης τον Μανώλη Γλέζο, μέχρι τις 22 Δεκέμβρη του 1947.





Η βουβή επέτειος.


Γιορτή και λαός.


H 28 του Οχτώβρη είναι μια μεγάλη μέρα για τον ελληνικό λαό – και μέρα ντροπής για τους προδότες του. Κι όμως ετούτοι γιορτάζουνε το “αλβανικό έπος”. Και πάλι χωρίς το λαό. Και πάλι με φράχτη γύρω τους τα όπλα -για να τους φυλάνε όταν πηγαίνουν στην τελετή – να φυλάνε από το λαό τους εχθρούς του λαού. Το τι νόημα δίνουνε στον όρο “αλβανικό έπος” οι φυγάδες του “έπους” φαίνεται από το νόημα που δίνουνε σε κάτι ανάλογες και παράλληλες ορολογικές απάτες όπως π.χ “απελευθέρωση”, “ανεξαρτησία”, “δημοκρατία”, “αμερικάνικη βοήθεια”, “πνευματική ελευθερία” κλπ. Το ουσιαστικό περιεχόμενο των λέξεων είναι διαμετρικά αντίθετο με την ετυμολογική τους σημασία.
 
Αλλά το νόημα, που έδινε η 4η Αυγούστου στο “αλβανικό έπος”, μας το εξήγησε τότες με τρόπον επίσημον ο τότε διευθυντής της Ασφαλείας κ. Παξινός. Ενώ δηλαδή ο ελληνικός λαός γυμνός και άοπλος, εγκαταλειμμένος από τους “αρχηγούς” του χτύπαε στο μέτωπο και μπροστά και πίσω του τους εχθρούς της ελευθερίας του, τους φασίστες, οι αρχηγοί του ελληνικού φασισμού ετοιμάζανε στην πρωτεύουσα την παράδοση του λαού – γιατί η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήταν παράδοση του στρατού μονάχα (των 200 χιλιάδων ανδρών), αλλά ολάκερου του ελληνικού λαού (των 7 εκατομμυρίων).
 
 
Ο μοναρχοφασισμός που είπε το μαύρο του “όχι”, μονάχα για τον τύπο, κοίταε από την πρώτη στιγμή πώς θα έσωζε όχι την “πατρίδα”, παρά το καθεστώς του. Πώς θα περνούσε τον ελληνικό λαό από τα δικά του χέρια στα ξένα χέρια,χωρίς ο μεσίτης να χάσει ούτε την ηγεσία του λαού, ούτε τα κέρδη του απ΄αυτόν.
Η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήτανε πράξη ανωτέρας βίας παρά θεληματική συμμαχία με τον εχθρό εναντίον του λαού. Και κανένας από τους μεταδεκεμβιανούς κυβερνήτες δεν αμφιβάλλει πως στην σημερινή επέτειο δεν γιορτάζεται το “αλβανικό έπος”, παρά η “συνθηκολόγηση” και η συνεργασία με τον εχθρό. Αν τότε ο ελληνικός λαός νικούσε ως το τέλος τους εχθρούς κι έσωζε την ελευθερία του, οι σημερινοί συνεχιστές της 4ης Αυγούστου, τη σημερινή επέτειο θα την είχανε ημέρα “εθνικού πένθους”.
Λοιπόν. Τότες κ’ εμείς οι αριστεροί δημοσιογράφοι και διανοούμενοι πήραμε στα σοβαρά (όπως κι ο λαός) τον πόλεμο κατά των “βαρβάρων επιδρομέων”. Και γράφαμε πύρινα άρθρα εναντίον τους- εναντίον του “φασισμού”. Μα το είπαμε: ο δικός μας ο φασισμός, τέκνο και ομοίωμα του ιταλικού και του γερμανικού, δεν του καλάρεσε να βρίζουμε το “σύστημα”. Κι ένα βράδυ (χειμώνας ήτανε) μας μαζέψανε στη Γενική Ασφάλεια τους ξεροκέφαλους αριστερούς που χαλούσαμε τη “δουλειά”. Ήτανε (όσο θυμάμαι) ο Καρβούνης, ο Κορδάτος, ο Κορνάρος, ο Πανσέληνος, ο Μέξης, ο Σπ. Θεοδωρόπουλος. Και ξαφνικά για λίγες ώρες μονάχα μας φέρανε ωραίον, κομψόν και γόητα, με ύφος “υπεράνω όλων” μας, τον κ. Καραγάτση. Μα ως το βράδυ τον αφήσανε.
Το άλλο βράδυ μας ξαναπήγανε στη Διεύθυνση της Γεν. Ασφαλείας, όπου μας παρουσιάσανε στον κ. Παξινό. Εκεί πήραμε το “πρώτο βάπτισμά” μας στο νόημα του “αλβανικού έπους”. Ο κ. Διευθυντής, κοφτά και μελετημένα μας είπε να μην κάνουμε τον έξυπνο στα άρθρα μας βρίζοντας το φασισμό (έτσι βρίζαμε έμμεσα και την 4η Αυγούστου. Και σ’ αυτή την άποψη δεν είχε άδικο ο κ. Διευθυντής) και πως δεν φταίει καθόλου ο φασισμός για τον πόλεμο.
Με άλλα λόγια, εννοούσε πως έφταιγε ο ιταλικός λαός που μας μισούσε ή που είχε καταχτητικές βλέψεις, λες κ’ οι λαοί αισθάνονται ή ενεργούνε μοναχοί τους κ’ είναι υπεύθυνοι αυτοί για ό,τι αγαπούνε ή μισούνε και για ό,τι κάνουνε -όπως τα ομαδικά εγκλήματα εναντίον των αμάχων.
Κι αφού μας ενουθέτησε και μας έκανε προσεχτικούς για το μέλλον μάς άφησε “λέυτερους”, δηλ. μας “εδέσμευσε” τη σκέψη και τη γλώσσα. Έπρεπε δηλ. κ’ εμείς να βοηθήσουμε τον ξένο φασισμό να κατεβεί και να θρονιαστεί άνετα στην Ελλάδα δίπλα στο ντόπιο.
Κάτι ανάλογο μου είπε μια μέρα κι ο διευθυντής της εφημερίδας, που εργαζόμουνα τότες. Έγραφα μια ιστορία (επί διόμισυ μήνες) της διαφθοράς και απανθρωπίας των πολιτικών ηθών της Ρώμης από το Σύλλα και πέρα. Η περίσταση και η πεποίθησή μου με κάνανε να χρωματίζω κάπως ζωηρότερα τα πρόσωπα και τα πράγματα και να τα χαρακτηρίζω με τον ίδιο τρόπο – κυρίως την αρπαχτικότητα και τη φιλοχρηματία των ισχυρών της “αιώνιας πόλεως”: Σύλλα, Κράσσου, Οκταβίου, Κικέρωνα, Σενέκα κλπ.
 
Ο διευθυντής μου λοιπόν με κάλεσε και μου λέγει¨
 
-Είπαμε να βρίζεις τους Ρωμαίους, αλλ’ όχι και τους πλουτοκράτες! Δυστυχώς οι περισσότεροι αναγνώστες μας (της Κηφισιάς) είναι πλουτοκράτες.


-Μα εγώ βρίζω, του απάντησα γελώντας, τους τότε Ρωμαίους πλουτοκράτορες, όχι τους τώρα Έλληνες πλουτοκράτες. Εκείνοι ήταν τέρατα. Οι δικοί μας είναι εντάξει : πατριώτες και καλοί χριστιανοί…

 

Μ’ άλλα λόγια οι δυο διευθυντές της Ασφαλείας και της αστικής εφημερίδας, θέλανε ο πρώτος να μη βρίζουμε τους εξωτερικούς εχθρούς κι ο δεύτερος τους εσωτερικούς. Ας χάνεται η πατρίδα, αλλ’ όχι το σύστημα. Θέλετε τώρα άλλην εξήγηση του τι σημαίνει γι’ αυτούς ο όρος “αλβανικόν έπος”;

 

Όταν λοιπόν οι εχθροί του λαού ξηγιούνται με τόση ειλικρίνεια, τότε γιατί ο λαός να μην έχει το δικαίωμα να τους τα λέει κι αυτός από την καλή; Θα πείτε δεν τον αφήνουν. Θα τον αφήσουν! Κι αν τώρα ο λαός τιμά ανεπίσημα αυτήν την επέτειο, θα έρθει η μέρα σύντομα, που θα την γιορτάζει επίσημα κι όπως της αξίζει.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου